Ali: Fear Eats the Soul (1974)
dir. Rainer Werner Fassbinder
Ένας «τολμηρός» έρωτας, κόντρα στον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις στην ταινιοθήκη του ough!
Η πρώτη φορά που εμφανίστηκε η δραματική ερωτική ιστορία της Emmi και του Ali ήταν το 1970, στην ταινία του Φασμπίντερ «The American Soldier. Εκεί κάποια καμαριέρα θυμάται ότι μια Γερμανίδα καθαρίστρια γνώρισε έναν Τούρκο εργάτη σε ένα μπαρ, τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε, αλλά ο περίγυρός τους ήταν τόσο ασφυκτικά εχθρικός, που η δύσμοιρη γυναίκα βρέθηκε στραγγαλισμένη με το αποτύπωμα του γράμματος Α πάνω στο λαιμό της (από το δαχτυλίδι που φορούσε ο δράστης-σύζυγός της). Το στόρι υπήρχε ήδη έτοιμο, το ίδιο και οι επιρροές του Φασμπίντερ που στην ταινία είναι σημείο αναφοράς [τα μελοδράματα του Douglas Sirk, και ειδικά το «All That Heaven Allows», -ο Sirk ήταν επίσης Γερμανός που μετανάστευσε στην Αμερική και έφτιαξε μερικές από τις πιο δακρύβρεχτες ταινίες του Χόλιγουντ], έτσι το 1974 έφτιαξε την καλύτερη ίσως ταινία του. Το «Ali: fear eats the soul» (στα γερμανικά Angst essen Seele auf, με τον τίτλο επίτηδες «ανορθόγραφο», επειδή ο Ali ως μετανάστης μιλάει «σπαστά» τα γερμανικά). Αυτό που αλλάζει στην ταινία είναι η καταγωγή του Ali –εδώ είναι Μαροκινός-, η διαφορά ηλικίας που έχει μεγαλώσει πολύ –η Emmi είναι 60άρα και ο Ali λίγο μετά τα 35- και το τέλος που από τραγικό γίνεται ελπιδοφόρο. Επίσης, το στόρι από το Αμβούργο μεταφέρεται στο Μόναχο.
Το «Ali: fear eats the soul» μπορεί να μην είναι ακριβώς remake του «All That Heaven Allows», ο Φασμπίντερ όμως είχε ήδη εκφράσει τον θαυμασμό του για το μελόδραμα του Sirk, από όπου και δανείζεται πολλά στοιχεία: η Emmi είναι χήρα που ζει μοναχικά, (τα παιδιά της έχουν φύγει από το σπίτι και να ζουν τη δικιά τους ζωή, αλλά δεν μπορούν να χωνέψουν τον καινούργιο έρωτα της μητέρας τους), την εχθρότητα που αντιμετωπίζει από συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς, ακόμα και από αγνώστους, όταν αντιλαμβάνονται ότι ο μετανάστης και η «γριά» είναι ζευγάρι, το μίσος του περίγυρου που επηρεάζει το ζευγάρι και δοκιμάζει τη σχέση τους. Ακόμα και η σκηνή της έκρηξης του θυμού του γιου που σπάει την τηλεόραση θυμίζει την ταινία του Sirk, δεν μπορείς όμως να την πεις remake. Η Emmi είναι καθαρίστρια, πρώην σύζυγος Πολωνού, τον οποίο είχε παντρευτεί παρ’ όλες τις αντιδράσεις του φιλοναζί πατέρα της και ο Ali δεν είναι απλά κατώτερης κοινωνικής τάξης όπως ο κηπουρός του Sirk, αλλά μαύρος μετανάστης σε μια κοινωνία που ακόμα προσπαθεί να συνέλθει από τα σημάδια που άφησε πίσω του ο ναζισμός.
Ακόμα και όταν αρχίζουν να συμβιβάζονται με την αρνητική στάση και την περιφρόνηση του περιβάλλοντος, οι δυσκολίες συνεχίζονται, κι αυτή τη φορά είναι μάλλον χειρότερες, αφού έχουν να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Η Emmi προσπαθεί να τον αλλάξει –αρνείται να του μαγειρέψει μαροκινά φαγητά για να τον κάνει περισσότερο «γερμανό» και αυτός κάνει σχέση με μια μπαργούμαν που του φτιάχνει τα φαγητά που του αρέσουν. Εκείνος την αρνείται όταν τον επισκέπτεται στη δουλειά, για να μην σχολιάσουν οι συνάδελφοί του τη διαφορά ηλικίας και εκείνη μιλάει υποτιμητικά για αυτόν στις άλλες καθαρίστριες στη δουλειά για να ξανακερδίσει την εκτίμησή τους. Ο έρωτας δύσκολα μπορεί να νικήσει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.
Η συνέχεια είναι δραματική, με την κορύφωση όμως αισιόδοξη κι ελπιδοφόρα…
Ο Φασμπίντερ παρουσιάζει ψήγματα ελπίδας και μικρές ακτίνες φωτός: μπορεί η φύση των ανθρώπων να είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει, μπορεί να αλλάξει όμως η στάση τους απέναντι σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Κυρίως απέναντι σε τολμηρές πράξεις. Αρκεί να γίνονται τέτοιες πράξεις…
Με θαυμάσιες ερμηνείες στους πρώτους και δεύτερους ρόλους και βραβείο στις Κάνες. Στην Ελλάδα παίχτηκε με τον τίτλο «Ο φόβος τρώει τα σωθικά».
BIOS Cinematheque
Ώρα έναρξης: 18.00
Είσοδος ελεύθερη